Wednesday, December 13

Divine

(Completed. Aφιερωμένο εξαιρετικά σ’ Εσένα- ξέρεις εσύ)

Την είδα ένα πρωί που πήγαινα στο περίπτερο της πλατείας να αγοράσω τσιγάρα. Φορούσε μακριά, μαύρη φούστα, τα μαλλιά της ένας αυστηρός κότσος, γυαλιά μαύρα κοκάλινα. Το πρόσωπό της κάτασπρο, δυο μαύρα μάτια τόνιζαν την αντίθεση, το δέρμα της εξίσου άσπρο- όσο μπορούσα δηλαδή να κρίνω από τα χέρια και τους αστραγάλους της γιατί η υπόλοιπη ήταν καλυμμένη όχι μόνο από ύφασμα αλλά και από εκείνη την ουσία που κάνει τη σάρκα αόρατη και πωλείται δωρεάν σε οποιαδήποτε εκκλησία πλησίον σας.
To μάτι μου έπεσε αμέσως, ως όφειλε, στον κώλο της. Αυστηρός και σνομπ, όπως και η υπόλοιπη άλλωστε.
Ολόκληρο το σύνολο μύριζε φτηνή κολόνια- θυμήθηκα το μεγάλο διαφανές μπουκάλι της «Μυρτώ» και τη μεγάλη μου αδερφή που το ξόδευε με μια άγρια χαρά κάθε φορά που ήξερα ότι πήγαινε να συναντήσει το Βασίλη (ή μήπως τον έλεγαν Κώστα;).
Το δεξί της χέρι σκέπαζε την κοιλιά της, λες και ήταν χοντρή που έκρυβε το πάχος της, το άλλο ήταν στο λουρί μιας μαύρης τσάντας, σαν να φοβόταν ότι θα της την κλέψουν. Όσο περίεργο κι’ αν ακούγεται, θεώρησα ότι για να την πηδήξω θα έπρεπε να την κάνω να περπατάει χωρίς να σφίγγει το λουρί της τσάντα της, να χαλαρώσει τη λαβή της σε οτιδήποτε θεωρούσε ότι θα της έκλεβε ο κάθε αλητόβιος.
Είχα δίκιο.
Αγόρασε ένα πακέτο χαρτομάντιλα, εγώ ένα πακέτο τσιγάρα. Την ακολούθησα διακριτικά. Την είδα να μπαίνει στην εκκλησία, μερικά τετράγωνα παρακάτω. Φυσικά- ήταν Κυριακή πρωί. Συνειδητοποίησα ότι είχα να μπω σε εκκλησία πάνω από οχτώ μήνες και κατάφερα να αποκτήσω την πρώτη μου σωματική επαφή μαζί της τη στιγμή πουοι ώμοι μας ακούμπησαν ο ένας τον άλλον, καθώς ανάβαμε και οι δύο ένα κερί.
Την είδα να σκύβει ελαφρά για να φιλήσει μια εικόνα. Πράγματι, ο κώλος της ήταν τόσο καλλίγραμμος όσο είχα ευχηθεί. Το μόνο που άκουγα εκείνη τη στιγμή ήταν ο ήχος μιας φλέβας στο κεφάλι μου που χτυπούσε ρυθμικά, καθώς το αίμα μου κατέβαινε προς τα κάτω. Η μυρωδιά του λιβανιού και των κεριών με έκανε να καβλώνω ακόμα πιο πολύ. Ναι, τη φανταζόμουν ολόγυμνη να σκύβει μπροστά σε μια εικόνα κι’ εγώ από πίσω της, γυμνός, να προσκυνώ τη θηλυκότητά της και όλοι τριγύρω να ψέλνουν τα τροπάρια του ιερού μας ζευγαρώματος και ένα κερί να στάζει στην πλάτη της και να της φέρνει ακόμα περισσότερη ηδονή και ο κότσος της να έχει μεταμορφωθεί σε κρίνο που θα μυρίσω όταν φτάσουμε και οι δύο σε οργασμό και θα μείνω έγκυος μέχρι να πεθάνω και να γεννήσω την τελευταία μου ανάσα ξέροντας ότι η ψυχή που θα βγει από τα χείλη μου δεν θα ήταν η ίδια αν δεν.
Στάθηκε όρθια, στην πλευρά των γυναικών. Εγώ από την άλλη μεριά, την κοίταζα όσο πιο διακριτικά μπορούσα. Είδα τον τρόπο που έστρωνε τα μαλλιά της, τον τρόπο που σούφρωνε τα χείλη της σαν να της ερχόταν μια σκέψη που ήθελε να διώξει και παρακαλούσα αυτή της η σκέψη να ήμουν κάποτε εγώ, αυτή η σκέψη που θα την έκανε να μη θέλει να θέλει, αλλά τελικά να θελήσει και όχι μόνο να θελήσει αλλά να θέλει κι’ άλλο.
Η λειτουργία τέλειωσε, οι περισσότεροι πήγαιναν να μεταλάβουν, αυτή κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Πήρα την απόφαση να της μιλήσω, θεωρώντας ότι θα ήταν καλύτερα οι πρώτες μας κουβέντες να ανταλλάσσονταν μέσα στην εκκλησία.

«Πιστεύεις;», της είπα. Ήμουν σχεδόν μισό μέτρο από πίσω της, η φωνή μου ήταν όσο δυνατή χρειαζόταν για να την ακούσει εκείνη και κανένας άλλος, εκτός ίσως από το Θεό. Δεν μ’ ένοιαζε όμως και να μας άκουγε. Ήξερα ότι ήταν σύμμαχός μου εκείνη την ώρα.
Γύρισε και με κοίταξε, όχι ακριβώς απορημένη, ούτε ενοχλημένη. Ήταν η έκφραση που παίρνει κάποιος όταν τον ρωτάς π.χ ποιο είναι το αγαπημένο του χρώμα.
«Φυσικά», απάντησε. «Δεν σας αφορά όμως η δικιά μου πίστη κύριε».
Ο πληθυντικός της ήταν ευστοχότατος, όχι γιατί όφειλε να είναι ευγενής μαζί μου αλλά γιατί δεν ήμουν ένας αλλά δύο, πολλοί, τριγύρω της, πάνω της, μέσα της. Ήμουν σε οποιοδήποτε χώρο είχε να κάνει μ’ εκείνη.
«Μην είσαι επιθετική», της είπα κοιτάζοντάς την όσο πιο έντονα μπορούσα χωρίς να την κάνω να τρομάξει. «Δεν ρώτησα αν πιστεύεις στο Θεό, ρώτησα αν πιστεύεις στην ηδονή».
Δεν ξέρω πώς μου ήρθε αυτή η φράση. Αυτό που ξέρω είναι ότι ήταν ίσως η πιο κατάλληλη. Μου χαμογέλασε και έδειξε να χαλαρώνει αρκετά. «Πιστεύω ότι είστε αγενής», μου είπε, χωρίς όμως να δείχνει καθόλου ενοχλημένη.
Το χέρι της σταμάτησε να σφίγγει το λουρί της τσάντας της και ίσιωσε αμήχανα τη φούστα της. Αναγνώρισα και άλλα σημάδια που έδειχναν ότι με γούσταρε, όπως ένα ελαφρύ κοκκίνισμα στα μάγουλά της και ένα ανεπαίσθητο τρεμάρισμα των βλεφάρων της.
Η φωνή της μου θύμιζε την πρώτη μου ξαδέρφη, την Ιωάννα που ήμουν ερωτευμένος μαζί της στο δημοτικό, η ανάσα της μύριζε όπως μυρίζουν οι ανάσες νεαρών κυριών που έχoυν περάσει ένα ένα ολόκληρο βράδυ διαβάζοντας άρλεκιν, όπου ο «φαλακρός ιππότης παραβιάζει το κάστρο της» και πάντα αυτός «την κρατάει στα στιβαρά του μπράτσα» και εκείνη αισθάνεται «τόσο ασφαλής όσο όταν κοιμόταν το βράδυ στο ίδιο κρεβάτι με τους γονείς της».
Το πήδημά μας προμηνυόταν θεϊκό.

-------------------------------------------------------------------

Τους πρώτους θετικούς οιωνούς τους είχα λάβει, και μάλιστα σε ιερό έδαφος. Ήξερα ότι δεν ήταν η περίπτωση γκόμενας που τη συναντάς, την πας για καφέ, μετά για κάνα ποτό και μετά στο κρεβάτι σου. Αυτή ήθελε προσπάθεια, ήθελε στρατηγική, ήθελε σχέδιο. Σκοπός μου λοιπόν ήταν να ανοίξω ένα δίαυλο επικοινωνίας μαζί της. Η δεύτερη ερώτησή μου ήταν εξίσου εύστοχη με την πρώτη:
«Μήπως έχεις email?».
Δεν μου απάντησε αμέσως. Κατευθύνθηκε στο προαύλιο του ναού, αυτή μπροστά, εγώ από πίσω της σε απόσταση όχι αναπνοής αλλά βογκητού. Σε εκείνη την απόσταση που άμα απλώσεις το χέρι σου, φτάνει να της χαϊδέψεις τον κώλο και να της βάλεις και δάχτυλο.
«άι-ελ-τι-εφ-εμ-ατ-γιαχού-τελεία-τζιάρ», ψιθύρισε τελικά και επιτάχυνε το βήμα της. Success.
Την είδα να ξεμακραίνει και μου φάνηκε ότι τώρα, εκτός από το ξεσφίξιμο της τσάντας, διέκρινα και μια αλλαγή στο βάδισμά της. Ήταν πιο θηλυκό, το κεφάλι της πιο ψηλά, οι γοφοί της ένα εκρεμμές, δεξιά-αριστερά, που μετρούσε όχι το χρόνο αλλά την ασημαντότητά του.
Γύρισα σπίτι, έφτιαξα έναν δυνατό καφέ και άραξα στον καναπέ. Την έπαιξα για πάρτη της τρεις φορές στο καπάκι, κάνοντας διάλειμμα από την ανάγνωση των φυλλάδων της Κυριακής. Η αλήθεια είναι ότι οι φυλλάδες της Κυριακή πρέπει να έπαιξαν και ένα ρόλο στην αύξηση της λίμπιντό μου- κάθε φορά που την έπαιζα μετά από την ανάγνωση μιας είδησης/άρθρου, ήμουν και πιο καβλωμένος. Ήταν ίσως η αντίθεση που δημιουργούνταν ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο των εφημερίδων και στον έκφυλο άγγελο που μόλις είχα γνωρίσει.
Ο έκφυλός μου άγγελος. Αυτός που θα τον έπαιρνα και μετά θα με έπαιρνε με τη σειρά του, θα με κουβάλαγε ψηλά, με τα φτερά του να στάζουν σπέρμα, και όταν φτάναμε κοντά στον ήλιο θα λιώναμε και οι δύο από ηδονή και θα πέφταμε μαζί, νομίζοντας ότι θα τσακιστούμε. Και εκεί που θα βλέπαμε ότι το έδαφος της πραγματικότητας πλησιάζει επικίνδυνα, θα την έπαιρνα ξανά, και θα πετάγαμε πάλι.
Ξανά. Ξανά. Ξανά. Θα πέφταμε και θα ανεβαίναμε, όπως οι χαρταετοί. Ναι, θα ήμασταν μαζί ένας χαρταετός και το σχοινί μας θα τράβαγαν τα ένστικτά μας.

Το ίδιο βράδυ της έστειλα email:
«Δεν ξέρω το όνομά σου. Δεν με νοιάζει και να το μάθω. Θέλω όμως να μάθω εσένα. Συγχώρεσέ μου την παρορμητικότητά μου, απλά είμαι αληθινός ως προς την αναστάτωση που μου δημιούργησες. Αν δεν απαντήσεις σ’ αυτό το mail, να ξέρεις ότι θα σε περιμένω στην ίδια εκκλησία, την ίδια περίπου ώρα, την επόμενη Κυριακή».

Καμία απάντηση. Οι μέρες πέρναγαν κι’ εγώ είχα πάθει εμμονή. Τη φανταζόμουν ολόγυμνη. Τη φανταζόμουν ντυμένη μόνο με ένα άσπρο ράσο, να λειτουργεί και μετά να σκύβω μπροστά της για να κοινωνήσω. Να είναι η μεταλαβιά της όχι κρασί αλλά το ίδιο της το αίμα, το αίμα μιας θεότητας που ήρθε να με λυτρώσει από τη μίζερη καθημερινότητά μου και εγώ να την έχω σταυρώσει πάνω στο κρεβάτι μου όχι πριν από, αλλά για δυο χιλιάδες χρόνια.
Η μη απάντησή της δεν ήταν απόρριψη. Ίσα- ίσα, θεώρησα ότι ήταν μια πλήρης αποδοχή μέσα στο μυαλό μου. Η αποδοχή του ότι η όποια επικοινωνία μας χωρίς να αντικρίζουμε ο ένας τον άλλο ήταν αμαρτωλή. Γιατί θα ήταν αμαρτία να μην βλέπουμε ο ένας τον άλλον, να μην μυρίζουμε ο ένας τον άλλον, να μην καταβροχθίζουμε ο ένας τον άλλον. Ναι, ήξερε ότι ήταν αμαρτία. Και απλά ήθελε να με προφυλάξει.

Ήρθε η Κυριακή και πήγα στην ίδια εκκλησία, φορώντας και τα ίδια ρούχα. Στάθηκα στο ίδιο μέρος και την περίμενα να εμφανιστεί. Την είδα. Είχε τα μαλλιά της λυτά και το κόκκινο πουκάμισο (αντί για άσπρο την προηγούμενη φορά), κάτω από τη μαύρη ζακέτα, έδινε κάποιο χρώμα στο ντύσιμό της. Αισθάνθηκα σαν να με φλερτάρει με αυτή της την εμφανισιακή αλλαγή, ήμουν σίγουρος ότι το είχε κάνει για μένα. Δεν με αναζήτησε καθόλου για ένα μισάωρο περίπου. Μετά την είδα να κοιτάζει ακριβώς προς τα μένα. Το βλέμμα της επίμονο. Ήταν σαν να μην ήθελε να είμαι εκεί, αλλά σαν να μην ήθελε και να φύγω.
Η λειτουργία τέλειωσε. Την πλησίασα. Δεν με κοίταξε. «Πάμε κάπου μαζί;», της είπα.
«Πάμε σπίτι μου», είπε επιτακτικά. «Ακολούθησέ με. Διακριτικά σε παρακαλώ».
Σκέφτηκα ότι δεν είχα μαζί μου προφυλακτικά. Σκέφτηκα ότι δεν περίμενα να με καλέσει σπίτι της. Μάλλον, προτιμούσα να μην με καλέσει σπίτι της.
Είχα μπερδευτεί. Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένος, κρατώντας στο χέρι μου ένα κερί που άρπαξα βγαίνοντας από την εκκλησία. Ήταν αναμμένο.
Θα της το πρόσφερα. Της ταίριαζε πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε λουλούδι.
Εξάλλου, αυτή το είχε ανάψει.
Κι’ αυτό, κι’ εμένα.

Έκανα φωναχτά στον εαυτό μου την ερώτηση που είχα κάνει σ’ εκείνη, μια βδομάδα πριν.
«Πιστεύεις;»
Η ερώτησή μου έσβησε το κερί.
Θεώρησα ότι η απάντησή μου θα το ξανάναβε.
«Ναι».

-----------------------------------------------------------------

Δεν περπατήσαμε πάνω από πέντε λεπτά. Έφτασε σε μια πολυκατοικία και χωρίς να γυρίσει καν να με κοιτάξει άνοιξε την πόρτα της εισόδου. Την κράτησε απλά με το χέρι της, ίσα- ίσα για να προλάβω να μπω κι’ εγώ.
Η ανάσα μου είχε γίνει κοφτή. Η θερμότητα του χεριού μου είχε αρχίσει να λιώνει το κερί που κράταγα. Το πέταξα.
Μπήκαμε στο ασανσέρ. Αυτή με φάτσα τον καθρέφτη, εγώ από πίσω της. Στην αρχή μου φάνηκε ότι με κοίταζε μέσα από τον καθρέφτη. Κατάλαβα ότι κοίταζε εκείνη. Ήθελα να λυτρωθώ, να της κατεβάσω εκεί, επιτόπου, τη φούστα και να εξαγνιστώ βουτώντας μέσα της.
Περίμενα όμως. Ήξερα ότι η ανταμοιβή μου θα ήταν μεγαλύτερη αν περίμενα.
Τρεις ορόφους μετά, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της, χωρίς πάλι να πει κουβέντα. Μπήκα.
Ένα μικρό χoλ οδηγούσε σε ένα μικρό σαλόνι. Καναπές, πολυθρόνα, τηλεόραση. Στους τοίχους, παντού, εικόνες. Η Παναγία Βρεφοκρατούσα, η Σταύρωση, ο Μυστικός Δείπνος, ο Άγιος Γεώργιος.
Έμεινα να τις κοιτάζω για ένα λεπτό περίπου, όσο αυτή πήγε κάπου αλλού. Άκουσα τον ήχο του ντουζ.
Έκατσα στον καναπέ και περίμενα. Οι εικόνες αυτές δεν ήταν σαν τις άλλες. Μου χαμογελούσαν. Όλες τους. Είμαι σίγουρος ότι δεν το είχα φανταστεί. Χαμογέλασα κι’ εγώ, σε καθεμιά τους ξεχωριστά. Αναγνώριζα πλήρως την παρουσία τους και απ’ ότι φαίνεται είχαν αποδεχτεί και τη δικιά μου. Δεν είχα έρθει για να αμαρτήσω εκεί. Είχα έρθει για να λυτρωθώ.

Ήρθε. Γυμνή. Το κορμί της πάλλευκο. Με όσα ψεγάδια χρειάζονται για να είναι οικείο. Έμενε να με κοιτάζει για λίγο, στάζοντας τα νερά στο πάτωμα. Το βλέμμα μου καρφώθηκε στο μουνί της. Ξυρισμένο. Μια τούφα σχημάτιζε το σχήμα του σταυρού. Ή του «χι» που βλέπεις στους χάρτες των θησαυρών.

Έσκυψε μπροστά σε ένα στερεοφωνικό, χωρίς να λυγίσει τα γόνατά της και γέμισε μουσική. Εκκλησιαστική. Δυνατά. Τόσο που δεν ακούστηκε το «σε θέλω» που της είπα.

Άνοιξε τα πόδια της και έκατσε πάνω μου. Άρχισε να με φιλάει, να με γλύφει. Σαν να ήθελε να καθαρίσει από πάνω μου τα πάντα. Οι εικόνες με κοίταζαν. Συνέχεια.

Ήρθε η στιγμή της αμνησίας. Η στιγμή που ξεχνάς ότι είσαι μισός και γίνεσαι ένα. Τα βυζιά της χαστούκιζαν το στήθος μου, τα χέρια μου χούφτωναν τον κώλο της όπως ένας τυφλός φηλαφίζει το πρόσωπο κάποιου. Ήμουν χαμένος, άβουλος, κυριευμένος από ένα Δέος. Το Δέος μπροστά στην Αλήθεια Της Ηδονής, τους Νόμους Της Σάρκας. Οι εικόνες συμμετείχαν κι’ εκείνες. Άλλαζαν εκφράσεις, είδα συσπάσεις στα πρόσωπά τους, είδα λάμψεις στα μάτια τους, είδα ιδρώτα να στάζει και αναψοκοκκίνισμα.
Η Ανάσταση Του Οργασμού ήρθε θριαμβευτικά. Ένιωσα να φεύγω από το σώμα μου, να φεύγει και εκείνη και να κυνηγιόμαστε σαν άγγελοι, σαν αερικά.
Χύσαμε όλοι μαζί. Γιορτάσαμε.
Μείναμε αγκαλιασμένοι, όλοι μαζί, για πέντε λεπτά περίπου.
Ντύθηκα και την αποχαιρέτησα με ένα φιλί.
«Ραντεβού την επόμενη Κυριακή στην εκκλησία», μου είπε.
«Ναι».

«Πιστεύεις;», ξαναρώτησα τον εαυτό μου, όσο κατέβαινα τα σκαλιά.
Μου απάντησε ο Θεός.
Η φωνή Του είναι γυναικεία.

23 Comments:

Blogger tsitas έγραψε...

Καλά ρε θηρίο.. 3 μαλακίες στο καπάκι..;

12/13/2006 02:55:00 pm  
Blogger γιώργος έγραψε...

νοιώθω πολύ 'μικρός' για να σχολιάσω...
και το 'υπέροχο' είναι πολύ λίγο...

είναι τόσο αιρετικό και τόσο θεϊκό συνάμα...

καλησπέρα pascal...

12/13/2006 03:10:00 pm  
Anonymous καεν έγραψε...

Εύγε, θυμήθηκα τα Παρόφυτα.
καεν

12/13/2006 03:12:00 pm  
Blogger enteka έγραψε...

same here: εύγε
:)

12/13/2006 03:17:00 pm  
Anonymous macmanus έγραψε...

Eυχαριστώ πολύ!

12/13/2006 03:20:00 pm  
Anonymous Anonymous έγραψε...

(Eξ)Αιρετικό!

12/13/2006 03:34:00 pm  
Anonymous vertheros έγραψε...

Από τα προηγούμενα divine είχα δηλώσει πως πρέπει να συχνάζω σε εκκλησίες. Πρέπει να επιληφθώ και να επισπεύσω την υλοποίηση της απόφασης μου.

Πολύ ωραίο κείμενο, και φαντασίωση αλλά................ περίμενα ότι η αποκορύφωση θα λάμβανε χώρα ένα βράδυ μέσα στην εκκλησία (έτσι το είχα φανταστεί). Όσο για το hairstyle τύπου σταυρού είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, εγώ υιοθετούσα το βέλος. Πάντως η θεούσα ήξερε να είναι κυρίαρχη στην ηδονή!!!!!!
Ξετρελάθηκα με το Όνειρο και συμβολισμό της μετάληψης.

Άντε και εις ανώτερα.

12/13/2006 03:41:00 pm  
Blogger renton έγραψε...

Ax tha pesei fotia na mas kapsei.

To skiniko tou tipou na akolouthei tin kopela me to ...keri sto xeri itan ola ta lefta.

(sorry gia ta greeklish)

12/13/2006 03:46:00 pm  
Anonymous Νικολίτσα έγραψε...

Πασχαλάκο Πεοκρούστη,

Από τις πολλές μαλακίες που βαράς να προσέχεις μη σου λιώσει σαν...κερί.
Στόκε...

12/13/2006 04:49:00 pm  
Blogger toolman έγραψε...

ελεήστε τον αόματο πασχάλη! ΤΡΟΜΕΡΌ!
κάβλωσα και μόνο που το διάβασα! βέβαια εγώ έριξα μόνο δύο! τρείς είναι πάρα πολλές για μένα!

έγραψες!

12/13/2006 07:27:00 pm  
Blogger M13 έγραψε...

ναι ρε, 3;
έλεος!
:)

ωραίο pascal, αλλά το τέλος σου, σε όλες τις ιστορίες σου (εκτός από 'τα καθρεφτάκια') νομίζω πως δεν είναι ισάξιο του υπολοίπου τμήματος των ποστς σου.

δική μου, καθαρά προσωπική εκτίμηση..

σα να στερεύεις ξαφνικά από έμπνευση και
πααααπ...τέλος. Και με αφήνουν απογοητευμένη, ενώ είναι πραγματικά τόσο ωραία!

καλό βράδυ

12/13/2006 07:55:00 pm  
Blogger Krotkaya έγραψε...

βλάσφημε! ντροπή!

:ΡΡΡΡ

12/13/2006 08:14:00 pm  
Anonymous πάνος έγραψε...

Καλό, καλό...

*

Το έχεις δημοσιεύσει κάπου; Είμαι σίγουρος οτι το έχω ξαναδιαβάσει - τουλάχιστον την κεντρική ιδέα!

12/13/2006 09:24:00 pm  
Blogger pascal έγραψε...

tsitas: Δηλαδή θες να μου πεις ότι μετά τη δεύτερη φορά είσαι σέκος; Νιάτα...

γιώργος: Έλα ρε συ. Σιγά. Ευχαριστώ πάντως. Καλησπέρα.

καεν: Δεν ξέρω πού αναφέρεσαι ακριβώς. Βοήθησέ με αν θες.

enteka: Thanks man

macmanus: Παρακαλώ!

Anonymous: Thanks

m13: Χμμ...δεν ξέρω, αλλά εγώ το βρήκα το φινάλε appropriate. Μπορεί και να ισχύει αυτό που λες, δεν ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο να αναλύεις τον εαυτό σου, ξέρεις.

vertheros: Ε, όχι και μέσα στην εκκλησία. Λίγος σεβασμός ρεεεεε :PPP

renton: Μπα, μας έχει κάψει ήδη.

toolman: Χαίρομαι που γουστάρατε κύριε. Εύχομαι και περισσότερες (αυτο)ικανοποιήσεις.

krotkaya: Πάψε εσύ που μας το παίζεις και θεούσα. Πφφφφ :PPP

Πάνος: Όχι, δεν το έχω δημοσιεύσει πουθενά αλλού. Σε ένα φόρουμ πήρε το μάτι μου τα δύο πρώτα parts μονάχα.
Καλησπέρα.

12/13/2006 09:29:00 pm  
Anonymous xBerliner έγραψε...

Κόβω το κερί μου ότι τα δύο πρώτα κομμάτια κάπου τα έχω διαβάσει (και έχω την εντύπωση ότι τα διαβάσα σε σένα).

12/13/2006 10:52:00 pm  
Blogger pascal έγραψε...

xberliner: Ναι ρε συ, τα έχω ποστάρει τα πρώτα κομμάτια, πριν ένα μήνα περίπου. Απλά τώρα το ολοκλήρωσα και είπα να το ποστάρω όλο.

12/13/2006 10:56:00 pm  
Blogger confused έγραψε...

Φτου γμτ, έπεσε έξω στο S&M :P
Καλόοοοο :))

12/13/2006 11:44:00 pm  
Anonymous πάνος έγραψε...

Εμ, πέστο βρε παιδί μου - έχουμε κι ένα α αλτσχάιμερ λόγω ηλικίας!

12/13/2006 11:57:00 pm  
Blogger dimitris-r έγραψε...

Ε, ρε γλέντια!
Πολύ καλός και στο σενάριο και στη σκηνοθεσία.

12/14/2006 01:49:00 am  
Blogger αθεόφοβος έγραψε...

Μήπως μπορείς να μας πείς την εκκλησία που συχνάζει να πάμε να εκκλησιαστούμε και εμείς οι ευλαβείς χριστιανοί;

12/14/2006 02:12:00 am  
Blogger pascal έγραψε...

πάνος: Έλα ρε που έχεις και αλτσχάιμερ. Πού τα πουλάς αυτά; Ε;

dimitris-r: ΄Χαίρομαι που σας άρεσε.

αθεόφοβος: Δεν έχω ιδέα, δυστυχώς

confused: Το σκέφτηκα το s&m αλλά μου φάνηκε ότι θα γινόταν γραφικό το κείμενο.

12/14/2006 02:29:00 pm  
Blogger Idάκι έγραψε...

Μπρρρρρρ... Ανατρίχιασα... όλες οι εικόνες να κοιτάνε κ να συμμετέχουν; Είναι να το έχεις φετίχ, βέβαια - προτιμώ την υποψία ότι μπορεί κάποιος να κοιτάει!

Το ιερόσυλον του θέματος απόλυτα καβλωτικό, υποκλίνομαι :)

12/14/2006 08:14:00 pm  
Blogger pascal έγραψε...

:)

12/16/2006 06:46:00 pm  

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Πάτησέ με

« Κεντρική Σελίδα | Ο Βασίλης και το ένστικτο της αυτοκατάψυξης » | Ο πονοκέφαλος της Ελενίτσας » | Περί ρηχότητας » | dick within » | Η αλυσίδα » | Ονειρέψιμο » | » | Η φλέβα στον κρόταφο » | Άλλα λόγια να γαμιόμαστε » | Η γκόμενά σου είναι πόρνη; »