Wednesday, October 26

Η ιδανική γυναίκα



Και οι δύο ονομάζονται Πάμελα Άντερσον. Η μία κάνει καριέρα ξαπλωτή και η άλλη όρθια. Η μία γυρίζει b movies με πρωταγωνιστές τις καμπύλες και η άλλη γράφει βιβλία με πρωταγωνιστές το σωτάρισμα και τη σάλτσα από ραγού.
Αν τώρα υπάρχει και μια τρίτη που κάνει και τα δύο και την πετύχετε πουθενά, στείλτε email με λεπτομέρειες στο i_will_be_a_happy_man@yahoo.com.

PS. Μωρό μου ατελείωτο/ γλυκό σαν πάστα φλώρα/ άσε το τηγανάκι σου/ να πηδηχτούμε τώρα.
<Πατήστε εδώ για τη συνέχεια του κειμένου και της κουβέντας>

Tuesday, October 25

Eκεί Πολυτεχνείο, εδώ Κωλοχανείο


Πρωτοσέλιδο στα Νέα. Στελέχη φοιτητικών παρατάξεων "δίνουν" την ψήφο τους στις πρυτανικές εκλογές, για να πάρουν πτυχίο.22 χρόνια μετά το "ψωμί παιδεία ελευθερία" του ελληνικού '73 και 27 μετά τη "φαντασία στην εξουσία" του γαλλικού '68, τα πουλημένα φοιτητολαμόγια γλύφουν εκεί που θα έπρεπε να φτύνουν.
Μπράβο παιδιά. Άντε και υπουργοί.
<Πατήστε εδώ για τη συνέχεια του κειμένου και της κουβέντας>

Monday, October 24

Ένας λόγος για να ζεις στην Ελλάδα


Ο σημερινός ταρίφας φαινόταν διαφορετικός. Μιλούσε σπαστά ελληνικά, αλλά όχι του ανατολικού μπλοκ. Τον ρωτάω, "Από που είστε"; Ιταλός μου λέει. "Παντρευτήκατε Ελληνίδα ε"; τόλμησα εγώ την πρόβλεψη. Γέλασε και μου είπε- "Ναι. Δεν υπάρχει άλλος λόγος άλλωστε για να μείνει ένας Ιταλός στην Ελλάδα".
Μάλιστα. Οπότε και εγώ αν παντρευτώ Ελληνίδα, θα έχω ένα λόγο να μείνω σ' αυτή τη χώρα. Να προσέχω λοιπόν να μην με τυλίξει κανά αλλοδαπό. Α,πα,πα.
<Πατήστε εδώ για τη συνέχεια του κειμένου και της κουβέντας>

Aσκήσεις ύφους (γιατί από ήθος, πατώσαμε)

Σημείωμα μιας υποχόνδριας στο γιατρό της


Ονομάζομαι Χ.... , είμαι 24 ετών και εργάζομαι ως ...... Την Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2000, ύστερα από ένα σχετικά μακρό διάστημα επαγγελματικού στρες και πίεσης, παράγοντες οι οποίοι γνώρισαν εποχές ανεπανάληπτου κλέους και δόξας την εβδομάδα που προηγήθηκε της αποφράδας ημέρας που αναφέρω (εξαιτίας ενός αγροίκου εκδότη ο οποίος συστηματικά «ποιούσε - κατά το κοινώς λεγόμενον - την νήσσαν» στο φλέγον ζήτημα της επί τρίμηνο καθυστερούμενης αμοιβής μου), και με σκοπό να μετριάσω τον πονοκέφαλο που μαινόταν στα μηνίγγια μου, προχώρησα έμπλεη ελπίδων στη λήψη θαυματουργού ασπιρίνης. Κάποιες ώρες αργότερα, κατευθύνθηκα στο υπνοδωμάτιό μου για να υποδεχτώ ειρηνικά και γαλήνια τη νέα ημέρα.
Η νέα ημέρα φανέρωσε τις αγαθές προθέσεις της από νωρίς το πρωί, οπότε και διαπίστωσα πως είχα δεχτεί το πάρθιον βέλος της ασπιρίνης και πως, μολονότι στο κεφάλι μου επικρατούσε μπουνάτσα, το στομάχι μου μποτζάριζε επικίνδυνα. Δύο ημέρες αργότερα, δηλαδή στις 13 του Δεκέμβρη, επισκέφθηκα γαστρεντερολόγο ο οποίος μού χορήγησε Losec και Cilroton, μου πρότεινε ευγενικά να κάνω γαστροσκόπηση και με ξεπροβόδισε με την σιγουριά του ανθρώπου που έπραξε ευσυνείδητα το καθήκον του. Χωρίς να θέλω να προσβάλω τα επιτεύγματα της ιατρικής και της φαρμακολογίας, ο συνδυασμός των δύο καταποτίων που μου χορηγήθηκαν αποδείχθηκε πέρα για πέρα ακατάλληλος για την περίπτωσή μου (όπως έμαθα εκ των υστέρων), αφού μου δημιούργησαν παρενέργειες (ένα διαρκές αίσθημα πνιγμονής στο λαιμό και σφίξιμο πάνω από το στομάχι). Τηλεφώνησα στο γιατρό ήδη από τη δεύτερη μέρα της θεραπείας και προσπάθησα να τον πληροφορήσω διακριτικά - ώστε να μη θίξω το επιστημονικό του κύρος - πως η αγωγή που μου συνέστησε με κάνει να νιώθω άβολα. Με συμβούλεψε να συνεχίσω, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες. Καθώς είμαι εκ φύσεως υποχόνδρια, απαισιόδοξη και δειλή, σκέφτηκα ότι η κατάστασή μου οδεύει ιλιγγιωδώς από το κακό στο χειρότερο και πως πάσχω από κάτι ανίατο, το οποίο ο γιατρός δεν κατόρθωσε να διαγνώσει. Έζησα με αυτή την αγωνία επί δύο εβδομάδες και θα ήταν μάλλον χρήσιμο να πω πως τα κλάματα, οι ταχυπαλμίες, οι αγωνίες, η βεβαιότητα του θανάτου και οι διαταραχές στον ύπνο βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Όταν τελείωσε η «θεραπεία», επισκέφθηκα - σαφώς καταπονημένη και απογοητευμένη - ξανά το γαστρεντερολόγο και έκλεισα ραντεβού για γαστροσκόπηση, το οποίο ορίστηκε για την Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2001. Μέχρι την ημέρα της εξέτασης το μυαλό και το στομάχι μου είχαν οργιάσει ακόμη περισσότερο και μάλιστα κατά τρόπο που εξέπληξαν κι εμένα την ίδια ενώ οι πάλαι ποτέ μακάριες ώρες του ύπνου μου είχαν συρρικνωθεί απελπιστικά. Θα βοηθούσε ίσως το ν' αναφέρω πως όλο αυτό το διάστημα (κάτι που δυστυχώς κάνω ακόμη) επισκεπτόμουν τακτικότατα το Διαδίκτυο, ψάχνοντας σε ιστοσελίδες όπου περιγράφονται ασθένειες και τα αντίστοιχα συμπτώματα, αναζητώντας να βρω τι μού συμβαίνει.
Η γαστροσκόπηση έδειξε μια «μικρή διαφραγματοκήλη εξ ολισθήσεως» και μια ήπια γαστρίτιδα, απ' αυτές που ταλανίζουν το μέσο Αθηναίο. Πανευτυχής για την εύνοια της θεάς τύχης που μου χάρισε τη ζωή - έστω και με το στίγμα της διαφραγματοκήλης - δέχτηκα πρόθυμα ν' ακολουθήσω τη νέα δεκαπενθήμερη θεραπεία, η οποία απαρτιζόταν από Zantac (αναβράζοντα) και Librax. Το ίδιο κιόλας βράδι της εξέτασης πήρα τα πρώτα φάρμακα της δεύτερης φάσης. Το άλλο πρωί, 5 Ιανουαρίου, στις 8 π.μ., πήρα το δεύτερο Librax, και αργότερα, όταν σηκώθηκα, ένιωσα ένα ανεπαίσθητο μούδιασμα στο αριστερό πόδι. Δεν έδωσα σημασία και βγήκα για καφέ ανενόχλητη από πάσης φύσεως συμπτώματα, θεωρώντας - αλαζονικά - πως είχα θεραπευτεί και πως οι περιπέτειές μου είχαν τελειώσει εδώ και μάλιστα αναίμακτα. Αλλά φευ! Την ώρα του καφέ (γύρω στη 1μ.μ.), άρχισα να ζαλίζομαι και να αισθάνομαι σαν μεθυσμένη, και σκέφτηκα πως ενδεχομένως να πρόκειται είτε για παρενέργεια του Librax είτε για κάτι άλλο φρικτό που μου επιφυλάσσει το κισμέτι μου. Αισθάνθηκα να μουδιάζω στο αριστερό πόδι και χέρι και έντρομη πληροφόρησα τους φίλους μου πως παθαίνω εγκεφαλικό, δήλωση η οποία προκάλεσε τουλάχιστον τη θυμηδία και σχόλια του τύπου «να δεις που σε λίγο θ' αρχίσει να στραβώνει και το στόμα σου». Ανάστατη και κάτωχρη (όπως μου είπαν) σηκώθηκα άρον άρον, πήρα ταξί για το σπίτι και τηλεφώνησα στο γιατρό. Δε φάνηκε να θορυβείται, μου είπε να συνεχίσω να παίρνω την ίδια δοσολογία για το Σαββατοκύριακο και αν τα συμπτώματα συνεχίσουν να μειώσω τα Librax σε ένα ημερησίως. Παρότι μείωσα απευθείας τα Librax, τα συμπτώματα συνεχίστηκαν, και τη Δευτέρα 8 Ιανουαρίου τα διέκοψα. Συνέχισα μόνο με Zantac. Του ξανατηλεφώνησα, μου είπε να πάρω Αlimix και με καθησύχασε πως δεν έχω τίποτα. Δεν πήρα. Ωστόσο, τα μουδιάσματα, ένα αίσθημα βάρους στα άκρα, οι ζαλάδες, το άγχος και η αγωνία συνεχίζονταν. Επισκέφθηκα τον παθολόγο. Με διαβεβαίωσε πως δεν πάσχω από τίποτα και με συμβούλεψε να βγω και να ξεσκάσω· χαρακτηριστικά ανέφερε: «αν συνεχίσεις έτσι, θα καταντήσεις μια νευροφυτικιά γεροντοκόρη». Επισκέφθηκα την παιδίατρο και οικογενειακή φίλη, η οποία δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στα ανωτέρω συμπτώματα, με επέπληξε, με χαρακτήρισε ευθέως «κατά φαντασίαν ασθενή» και με συμβούλεψε τα ίδια με τον παθολόγο. Κατέληξα να πιστεύω πως δεν έφταιγαν μόνο τα Librax αλλά και τα Zantac, τα οποία και διέκοψα τη Δευτέρα 15 Ιανουαρίου. Περιττό ν' αναφέρω πως όλο αυτό το διάστημα είχα κάκιστη ψυχολογία, ταραγμένο έως ανύπαρκτο ύπνο, εφιάλτες, ταχυπαλμίες, για άλλη μια φορά τη βεβαιότητα πως θα πεθάνω (στη συγκεκριμένη περίπτωση είχα στρέψει τις υποψίες μου στο σύνδρομο των Βαλκανίων, καθώς θεωρούσα πως όλη αυτή η εξάντληση, το αίσθημα βάρους στα άκρα και το στομάχι που δεν είχε περάσει οφείλονταν σ' αυτό). Εντέλει, πίεσα τον παθολόγο να μου γράψει παραπεμπτικό για εξετάσεις αίματος και υπερηχογράφημα θυρεοειδούς, κάτι που εκείνος προσπάθησε ν' αρνηθεί σθεναρά - σε μια ύστατη προσπάθεια, υποθέτω, να διασώσει έστω και κάποια τελευταία ψήγματα της εναπομείνασας ψυχικής μου υγείας. Μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, ο ύπνος μου εξαλείφθηκε από το πρόγραμμά μου, οι ζαλάδες πύκνωσαν και το βάρος στα άκρα παρέμεινε. Από την αγωνία, ένιωσα πόνους από την κορυφή μέχρι τα νύχια, βουητό στ' αυτιά και ένα σωρό ακόμη αλλοπρόσαλλα συμπτώματα (έχω νιώσει μούδιασμα μέχρι και στις παρυφές της μύτης και στα μάγουλα).
Ηχηρός κόλαφος στις παρειές της βεβαιότητάς μου πως πάσχω από κάτι το ανίατο και θανατηφόρο αποδείχθηκαν τα αποτελέσματα των εξετάσεων (μ' εξαίρεση ένα διογκωμένο θυρεοειδή). Προσπάθησα να ηρεμήσω, αλλά εις μάτην. Είχα κατορθώσει να τιθασεύσω ένα απειροελάχιστο ποσοστό από το άγχος που με καταδυναστεύει (ας πούμε πως είχα προσπαθήσει να ζαλίζομαι λιγότερο και ν' αφαιρέσω λίγο από το βάρος στα πόδια, αλλά η αριστερή μου πλευρά είναι πιο επιρρεπής στο βάρος που νιώθω· εξάλλου, είναι στο χέρι μου κάτι τέτοιο;), αλλά υποτροπίασα. Επισκέφθηκα και οφθαλμίατρο: όλα φυσιολογικά. Πιστεύω πως αυτή τη φορά πάσχω από κάτι που μου έχει αφήσει ανεπανόρθωτες βλάβες στο πόδι και στο χέρι, κάτι που παρερμήνευσα ως παρενέργειες φαρμάκων, κάτι που ενδεχομένως θα χειροτερέψει και θα με καθηλώσει σ' ένα θλιβερό κρεβάτι πόνου και ανημπόριας… Τι μού συμβαίνει επιτέλους;;;; Υπάρχει ελπίδα για μένα;;;

Ευχαριστώ για το χρόνο σας
<Πατήστε εδώ για τη συνέχεια του κειμένου και της κουβέντας>

Η ομπρέλα

Κάποιος με χτυπάει στο κεφάλι με μια ομπρέλα. Έχουν περάσει ακριβώς πέντε χρόνια που με χτυπάει στο κεφάλι με μια ομπρέλα.

Δεν ξέρω το όνομά του. Η εμφάνισή του δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο: φοράει συνέχεια ένα γκρι κουστούμι, έχει γκρίζους κροτάφους και το πρόσωπό του δεν μπορείς να το πεις ούτε ωραίο ούτε άσχημο. Μάλλον αδιάφορο. Τον συνάντησα ένα πρωί. Καθόμουν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και διάβαζα εφημερίδα. Ξαφνικά ένιωσα κάτι να αγγίζει το κεφάλι μου. Ήταν αυτός. Και από τότε με χτυπάει στο κεφάλι με μια ομπρέλα.
Στην αρχή γύρισα και τον κοίταξα με ένα μίγμα απορίας και θυμού: συνέχιζε να με χτυπάει. Τον ρώτησα αν ήταν τρελός: δεν φάνηκε ούτε καν να με ακούει. Απείλησα ότι θα φωνάξω την αστυνομία. Ατάραχος, συνέχισε να με χτυπάει. Μετά από μερικές στιγμές αναποφασιστικότητας, και βλέποντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξει τη συμπεριφορά του, σηκώθηκα και του έριξα μια μπουνιά. Έπεσε κάτω αφήνοντας έναν ανεπαίσθητο λυγμό. Ξανασηκώθηκε καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια και μη λέγοντας ούτε λέξη συνέχισε να με χτυπάει.
Η μύτη του αιμορραγούσε και για μια στιγμή τον λυπήθηκα.Αισθάνθηκα και τύψεις που τον είχα χτυπήσει τόσο δυνατά. Εξάλλου, δεν μπορώ να πω ακριβώς ότι με έκανε μαύρο στο ξύλο, απλά με χτυπούσε με την ομπρέλα του με έναν ενοχλητικό επαναλαμβανόμενο τρόπο. Είναι όπως όταν μια μύγα προσγειώνεται στο μέτωπό σου. Απλά σε ενοχλεί και θέλεις να τη διώξεις.
Πεισμένος ότι είχα να κάνω με έναν θεοπάλαβο, προσπάθησα να του ξεφύγω. Αυτός όμως με ακολούθησε και συνέχισε να με χτυπάει χωρίς να βγάζει άχνα. Οπότε άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Έτρεχε και αυτός, προσπαθώντας συνεχώς να μου φέρει την ομπρέλα του στο κεφάλι. Τον άκουγα να ξεφυσάει τόσο δυνατά από την προσπάθεια, που φοβήθηκα ότι αν συνεχίσει να τρέχει θα πέσει ξερός από καρδιακό.
Έτσι, σταμάτησα να τρέχω και άρχισα να περπατάω. Τον κοίταξα. Δεν υπήρχε ίχνος ευγνωμοσύνης στο πρόσωπό του. Και φυσικά συνέχισε να με χτυπάει στο κεφάλι με μια ομπρέλα.
Σκέφτηκα να πάω σε ένα αστυνομικό τμήμα, να πιάσω έναν μπάτσο και να του πω «Κύριε, αυτός εδώ ο τρελός με χτυπάει στο κεφάλι με μια ομπρέλα». Θα ήταν σίγουρα μια υπόθεση χωρίς προηγούμενο. Ο αστυνομικός θα άρχιζε να μου κάνει ένα σωρό ερωτήσεις και μπορεί στην τελική να έβρισκα τον μπελά μου.
Σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να γυρίσω σπίτι. Πήρα το λεωφορείο. Έκατσα μπροστά- αυτός ακριβώς από πίσω μου συνέχισε να με χτυπάει. Οι επιβάτες άρχισαν να μας κοιτάζουν περίεργα. Μερικοί άρχισαν να γελούν. Κανένας δεν είπε κουβέντα όμως. Ο οδηγός μας κοίταξε από τον καθρέφτη και κούνησε το κεφάλι του. Ο διώκτης μου, απτόητος, συνέχιζε να με χτυπάει. Μου ήρθε να σηκωθώ και να φωνάξω «Τι κοιτάτε ρε ηλίθιοι; Δεν έχετε ξαναδεί άνθρωπο να τον χτυπάνε με μια ομπρέλα».
Έφτασα σπίτι. Προσπάθησα να του κλείσω την πόρτα στη μούρη. Αυτός την άρπαξε πριν προλάβω και με ακολούθησε μέσα.
Από τότε, και για πέντε χρόνια τώρα, συνεχίζει να με χτυπάει με την ομπρέλα του. Δεν σταματάει ούτε για να φαει ούτε για να κοιμηθεί. Το μόνο που κάνει είναι να με χτυπάει. Είναι μαζί μου πάντα, ακόμα και όταν κάνω έρωτα. Θυμάμαι ότι στην αρχή τα χτυπήματά του με κρατούσαν ξύπνιο όλη τη νύχτα. Τώρα νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς αυτά.

PS. Επίκαιρο πιστεύω, τώρα που θ' αρχίσουν οι βροχές.
<Πατήστε εδώ για τη συνέχεια του κειμένου και της κουβέντας>

Αλλαγή δουλειάς...